Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Το κρυφό κόστος της ανώτατης εκπαίδευσης


Από Το Βήμα/ The New York Times

Noah S. Bernstein 
Το κρυφό κόστος της ανώτατης εκπαίδευσης

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες, εκατομμύρια Αμερικανοί θα οδεύσουν προς τα πανεπιστήμια, και παρά την δέσμευση εισαγωγής τους χωρίς οικονομικά κριτήρια, περισσότεροι παρά ποτέ θα πρέπει να μοχθήσουν για να καταφέρουν να πληρώσουν τα δίδακτρα. Δεν φταίει μόνο η κατάσταση της οικονομίας: τα κολέγια και τα πανεπιστήμια, ακόμα και με την στιγμή που διαφημίζουν γενναιόδωρα πακέτα οικονομικής ενίσχυσης, κάνουν ολοένα και πιο δύσκολο για την μέση αμερικανική οικογένεια να αντέξει το οικονομικό βάρος της ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ αντίθετα διευκολύνουν τους πλούσιους.


Στο παρελθόν, οι οικογένειες και οι φοιτητές κάλυπταν το κόστος της εκπαίδευσης τους με εφάπαξ καταβολή των διδάκτρων στην αρχή κάθε εξαμήνου. Για να ελαφρύνουν το βάρος αυτών των τόσο φουσκωμένων λογαριασμών - πρόσφατα στοιχεία μαρτυρούν ότι τα συνολικά έξοδα φοίτησης έχουν αυξηθεί κατά μέσο όρο 439 τοις εκατό από το 1982 ως το 2007 - πολλά κολέγια έχουν θεσπίσει μηνιαία προγράμματα πληρωμών, χωρίς να επιβάλλουν τόκους. Ακόμα και οι οικογένειες που είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν προκαταβολικά για ένα ολόκληρο εξάμηνο, βρίσκουν ελκυστικά τέτοιου είδους προγράμματα.

Παρά το ότι αυτά τα προγράμματα έχουν επιτρέψει σε έναν μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών μέσου εισοδήματος να πάνε στο πανεπιστήμιο, στην πραγματικότητα μπορούν να αποτελέσουν ακουσίως την αιτία αύξησης των συνολικών διδάκτρων. Ο λόγος είναι πως, ενώ τα μηνιαία προγράμματα δεν επιβάλλουν κάποια επιβάρυνση για πληρωμές με επιταγή ή εντολή άμεσης κατάθεσης, επιβαρύνουν με μεγάλη χρέωση τις πληρωμές με πιστωτική κάρτα.

Γιατί; Διότι τα περισσότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα αναθέτουν υπεργολαβικά τη διαχείριση των προγραμμάτων τους σε ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες χρειάζονται να βγάλουν κάποιο κέρδος. Αυτές, λοιπόν, χρεώνουν τα πανεπιστήμια για την επεξεργασία των συναλλαγών μέσω πιστωτικής κάρτας, και τα ιδρύματα με τη σειρά τους μετακυλίουν αυτό το κόστος στους φοιτητές και τις οικογένειες τους - κόστος που μπορεί να ανέρχεται σε πάνω από χίλια δολάρια ή και περισσότερα το χρόνο για κάποιους από αυτούς.

Για παράδειγμα, κάποιες από τις κορυφαίες καλλιτεχνικές σχολές της Αμερικής, συμπεριλαμβανομένων των Williams, Amherst και Wellesley, συνεργάζονται με την εταιρεία Tuition Management Services, όπου η επιβάρυνση αντιστοιχεί στο 2,99% τοις εκατό για κάθε πληρωμή μέσω πιστωτικής κάρτας. Στο Κολέγιο Amherst, όπου τα δίδακτρα, η στέγαση και η σίτιση κοστίζουν 53.370 δολάρια, η επιβάρυνση φτάνει τα 1.595 δολάρια, αν όλες οι πληρωμές γίνονται μέσω πιστωτικής κάρτας. Ακόμα και στο Swarthmore, το οποίο έχει δικό του λογιστήριο, η επιβάρυνση κυμαίνεται στο 2,6 τοις εκατό, ή αλλιώς 1.330 επιπλέον δολάρια το χρόνο.

Το γεγονός αυτό πλήττει σοβαρά τη μεσαία και την εργατική τάξη. Οι οικογένειες που παλεύουν να τα βγάλουν πέρα, συχνά βρίσκονται αντιμέτωπες με διάφορες «τρύπες» που πρέπει να κλείσουν και επειδή δεν έχουν αρκετά μετρητά, αναγκάζονται να καταφύγουν στις πιστωτικές τους για να καλύψουν τις πληρωμές. Από την άλλη, οι εύρωστες οικογένειες που έχουν τη δυνατότητα να υπογράφουν απλώς μια άμεση επιταγή κάθε μήνα, αποφεύγουν και τις χρεώσεις των πιστωτικών καρτών και τις πληρωμές για τόκους. Έτσι, τα προγράμματα μηνιαίων πληρωμών που σκοπό έχουν να βοηθήσουν τις οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα να αντέξουν το κόστος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εξελίσσονται μη ηθελημένα σε «μπόνους» για τους πλούσιους, ενώ προσθέτουν νέα εμπόδια στους λιγότερο ευκατάστατους.

Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο τα κολέγια και τα πανεπιστήμια «σημαδεύουν την τράπουλα» σε βάρος των φτωχότερων, είναι η δυνατότητα που προσφέρουν για προεξόφληση δύο, τριών, ακόμα και τεσσάρων ετών σπουδών, με βάση τις τρέχουσες τιμές. Μερικά πανεπιστήμια κάνουν μάλιστα και εκπτώσεις σε περίπτωση προπληρωμής.

Όπως είναι φυσικό, μόνο οι ευκατάστατοι αντέχουν να πληρώσουν εφάπαξ για ένα ολόκληρο ακαδημαϊκό έτος, για να μην αναφερθούμε σε περισσότερα έτη. Και όμως, με την αυξήσεις των ετήσιων διδάκτρων να κυμαίνονται ανάμεσα στο 4 και το 10 τοις εκατό, εκείνοι που έχουν τη δυνατότητα να πληρώνουν μονομιάς, καταλήγουν να δίνουν πολύ λιγότερα.

Γιατί, λοιπόν, τα κολέγια και τα πανεπιστήμια που ισχυρίζονται πως είναι «τυφλά» απέναντι στην οικονομική κατάσταση των υποψηφίων, να έχουν προγράμματα σαν αυτό; Η πραγματική απάντηση είναι για να ενισχύσουν γρήγορα τα έσοδά τους, ώστε να τα επενδύσουν στο χρηματιστήριο. Αλλά με την ισχύουσα οικονομική ύφεση και τις αναξιόπιστες χρηματοοικονομικές αγορές, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στις συνεχείς ή υψηλές αποδόσεις των μετοχών.

Ως εκ τούτου, τα προγράμματα μηνιαίων πληρωμών και τα προγράμματα προπληρωμών εμφανίζουν διπλό αντίκτυπο. Από τη μία, κάνουν πιο ακριβό για τις οικογένειες της βιοπάλης να στείλουν τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο. Από την άλλη πλευρά, την κάνουν πιο συμφέρουσα για τις πλούσιες οικογένειες. Και δεδομένου του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παίρνει η αποπληρωμή των φοιτητικών δανείων στις μέρες μας, αυτές οι ανισότητες θα οδηγήσουν σε συνέπειες που θα εμφανιστούν πολύ αργότερα από τον χρόνο της αποφοίτησης των φοιτητών.

Δεν είναι δυνατόν τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά μας Ιδρύματα να συνεχίζουν να δίνουν τις καλύτερες προσφορές τους σε λίγους προνομιούχους. Η χώρα μας χρειάζεται κολέγια και πανεπιστήμια που θα δέχονται και θα εκπαιδεύουν ταλαντούχους νέους από διάφορα κοινωνικά στρώματα. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι τα παιδιά οικογενειών της εργατικής τάξης διαθέτουν τους μηχανισμούς όχι μόνο ώστε να ενταχθούν στο πανεπιστήμιο και να μπορούν να παρακολουθούν τα μαθήματα χωρίς να χρειαστεί παράλληλα να δουλεύουν νυχθημερόν, αλλά και ώστε να εισέλθουν στην οικονομία σαν ελεύθεροι άνθρωποι, και όχι υπό το βάρος ενός εξοντωτικού χρέους.

Ο Νόα Σ. Μπέρνσταϊν, είναι εκπαιδευτικός συνεργάτης στο ίδρυμα New World Foundation.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου